Το Luigi’s Mansion είναι ένα παιχνίδι που έπαιξα και που μου άρεσε.
Δεν συμβαίνει συχνά να πέφτουν στα χέρια μου παιχνίδια από το πουθενά. Συνήθως ένα παιχνίδι κερδίζει την προσοχή μου είτε λόγω της marketing καμπάνιας του, είτε επειδή διαβάζω κάτι για αυτό ή επειδή βλέπω ένα σχετικό βίντεο, είτε επειδή τελικά κάποιος φίλος απλώς μου μιλάει για αυτό. Οπότε και κρατάω μία νοητή σημείωση στο μυαλό μου για άλλο ένα παιχνίδι που ίσως γέμιζε όμορφα και ουσιωδώς κάποια στιγμή τον χρόνο μου.
Η αναζήτηση ψυχαγωγίας στο gaming είναι συνήθεια βαθιά ριζωμένη μέσα μου, διαμορφωμένη στην παιδική μου ηλικία. Τέτοιες συνήθειες δεν αλλάζουν εύκολα και εφόσον δεν είναι και βλαπτικές δεν χρειάζεται και να αλλάξουν. Τέτοια πάθη είναι ευτυχία για έναν άνθρωπο. Στις αναμνήσεις μου, κάθε περίοδος χαρακτηρίζεται εκτός των άλλων και από το παιχνίδι που έπαιζα εκείνη την εποχή. Λειτουργούν σαν ορόσημα, παρόμοια με το πώς τα μέρη που πηγαίνω διακοπές σηματοδοτούν τα καλοκαίρια μου. Τα video-games είναι κομμάτι της ιστορίας της ζωής μου, των συζητήσεών μου με τους φίλους μου, των κοινών μας εμπειριών, είναι η μορφή τέχνης προς την οποία έχω προγραμματιστεί συμπεριφορικά να στρέφομαι. Κι η τέχνη είναι ζωή... Όπως τα μωρά χελονάκια που βγαίνουν από τα αυγά τους και ορμούν κατευθείαν προς τη θάλασσα, έτσι κι εγώ, χάρη σε ένα πολύ δυνατό ένστικτο, ακολουθώ την πρώτη ροπή που γεννιέται μέσα μου και στρέφομαι στα video-games προκειμένου να γεμίσω ουσιωδώς τον ελεύθερο χρόνο μου. Είναι μέρος της ταυτότητάς μου και όπως κάθε πάθος, έχει εκφάνσεις που μπορούν να γίνουν τροχοπέδη για μια ομαλή ισορροπημένη καθημερινότητα.
Ή για να είμαι πιο συγκεκριμένος (και ταυτόχρονα όχι), τα video-games ως χόμπι, μπορούν να γίνουν το πεδίο πάνω στο οποίο συγκρούονται κάποια άπληστα ανθρώπινα ένστικτα που δεν εναρμονίζονται μεταξύ τους.
Να σας συστήσω, το στρες. Το στρες έχει δύο γονείς. Τον μπαμπά αυτισμό και τη μαμά ΔΕΠΥ. Οι δύο γονείς καμιά φορά μαλώνουν και οι αντίθετες απαιτήσεις τους μολύνουν την εξ ορισμού ξέγνοιαστη διαδικασία του παιχνιδιού. Όταν οι δύο γονείς συγκρούονται γεννιέται το στρες. Ο μπαμπάς μού ζητάει να είμαι παραγωγικός και με κρατάει αγκυρωμένο στις συνήθειές μου. «Πρέπει να τελειώνεις ό,τι αρχίζεις» μου υπαγορεύει, ενώ η μαμά βιάζεται να υποτιμήσει ό,τι κάνω και με ξεμυαλίζει με μεθυστικές υποσχέσεις για άλλες περιπέτειες.
(Ένα μικρό disclaimer. Οι παραπάνω όροι χρησιμοποιούνται καθαρά για χιούμορ. Δεν έχω τη δυνατότητα διάγνωσης νευροδιαφορετικότητας. Που και να την είχα, η αυτοδιάγνωση δεν είναι ποτέ καλή ιδέα.)
FOMO + Productivity Treadmill
Δεν είναι κουτό, ούτε εύκολο να το αποτινάξεις. Όταν ένα χόμπι είναι σημαντικό μέρος του τρόπου ζωής σου και έχεις μάθει να νοηματοδοτείς τον χρόνο σου μέσα από αυτό, και ταυτόχρονα κουβαλάς την πεποίθηση ότι στο τέλος της ημέρας κάτι οφείλεις να έχεις να δείξεις για τον χρόνο σου σε αυτόν τον κόσμο, τότε το να παραδοθείς στην περατότητα του χρόνου και να αφήσεις ψηφιακές στιγμές να χαθούν στις μη υλοποιημένες πιθανότητες, ισοδυναμεί με μικρό θάνατο. Όσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, το FOMO είναι, στην πιο απογυμνωμένη του μορφή, ο φόβος του θανάτου. Του να μην προλάβεις να ζήσεις. Δεν είμαστε φτιαγμένοι να αντικρίζουμε τη θνητότητά μας. Στέκεται πάντοτε στο πίσω μέρος του μυαλού μας, ξέρουμε ότι είναι εκεί αλλά συνεχώς αποστρέφουμε το βλέμμα μας. Σαν αποτέλεσμα καταλήγω πολλές φορές να έχω μία αίσθηση βιασύνης στην καθημερινότητά μου σε ό,τι αφορά τα χόμπι μου, και παρότι συγκριτικά με τους περισσότερους ανθρώπους είμαι προνομιούχος στο πόσο ελεύθερο χρόνο έχω, υπάρχει ένα μελανό υστερόγραφο που με περιμένει στο τέλος κάθε μέρας μου και που γράφει: «Η ζωή σου δεν χωράει αρκετή ζωή.»
Για άλλους το υποκείμενο του FOMO τους μπορεί να είναι τα ταξίδια, για άλλους το online τους αποτύπωμα, για άλλους η τέχνη τους. Όπως και να ‘χει, το να μετράς την αξία του χρόνου σου σε οποιοδήποτε συνάλλαγμα, είναι ένα στημένο από την εξέλιξη παιχνίδι στο οποίο όλοι μας συμμετέχουμε, και στο οποίο μάλλον προσπαθούμε να ανακαλύψουμε μεταξύ μας το ποιος θα το χάσει πιο εντυπωσιακά. Κι όλο αυτό, χωρίς κανέναν παρατηρητή.
Boredom
Στο αντίποδα, είναι φορές που απλά βαριέμαι. Τούτες οι στιγμές αναγάγονται αυτόματα σε στιγμές υπαρξιακής ταραχής. Σαν να μην ξέρω πού οδεύω. Γίνεται τρομακτικό, σαν να με προδίδουν τα ένστικτά μου. «Αν βαριέμαι τα video games τότε τι; Πώς θα γεμίσω τον χρόνο μου νόημα;» Σαν να χαλάω. Και ίσως να χαλάω, προς στιγμήν. Ο ανθρώπινος οργανισμός είναι μια βιολογική μηχανή που συναρμολογήθηκε άναρχα μέσα στους αιώνες και που η μόνη του πραγματική προδιαγραφή είναι το να είναι αρκούντως ικανός στο να επιβιώνει. Δεν μας χρωστάει ξεκάθαρες απαντήσεις, ούτε ευνοϊκούς ανέμους. Τώρα που το σκέφτομαι, θα χαρακτήριζα τον ανθρώπινο οργανισμό αρκετά στραβόξυλο.
Στις παραπάνω στιγμές το πιο ωφέλιμο πράγμα που μπορώ να κάνω είναι να εντοπίσω τα παραπάνω μοτίβα και να ανασυρθώ εκτός τους, γειώνοντας την προσοχή μου από το αόριστο της ύπαρξης στο παρόν, και βγαίνοντας από τα συνηθισμένα μου μονοπάτια όταν αυτά μοιάζουν να οδηγούν σε αδιέξοδα.
Πού κολλάει λοιπόν το Luigi’s Mansion με όλα αυτά; Πουθενά. Το Luigi’s Mansion ήταν απλά ένα παιχνίδι που έπαιξα και που μου άρεσε.
Backlog
Πίσω στα μοτίβα λοιπόν, τελείωσα το Luigi’s Mansion και προκειμένου να επιλέξω το επόμενό μου παιχνίδι στρέφομαι αυτονόητα στο backlog μου. Και παρότι συνήθως αφήνω τη διάθεσή μου να με οδηγήσει στην επόμενη ψηφιακή μου περιπέτεια, υπάρχει μια ελοχεύουσα αίσθηση υποχρέωσης, ένα αόρατο χέρι που εξαρχής με κατεύθυνε στο backlog μου. Α ναι... είναι πάλι αυτή η αναθεματισμένη αντίληψη ότι μπορώ (ή και ακόμα είναι δόκιμο) να βελτιστοποιήσω τη ζωή μου βελτιστοποιώντας συγκεκριμένα την ψυχαγωγία που λαμβάνω. Και μιας και μιλάμε για βελτιστοποίηση, να σας ξανασυστήσω την ψυχαναγκαστική μου ανάγκη να ολοκληρώνω όποιο παιχνίδι αρχίζω. Διότι με την ολοκλήρωσή του, το βιντεοπαιχνίδι γίνεται μετρήσιμο διαπιστευτήριο του χρόνου μου και της αξίας του. Είναι σαν να ζητάω από τη διαδικασία του παιχνιδιού να συμπληρώσει κάτι στην ιστορία της ζωής μου, και κατ’ επέκταση στην ταυτότητά μου. Παίζω άρα υπάρχω. Ένα αυτιστικό ένστικτο. Και έρχεται συχνά σε σύγκρουση με την παλίρροια διάθεσή μου που άλλοτε δικαίως κραυγάζει ότι ο χρόνος μου με ένα παιχνίδι έχει τελειώσει (βαρέθηκα ρε παιδί μου) και που άλλοτε ξελογιάζεται από τραγούδια σειρήνων για πιο ικανοποιητικά ταξίδια σε άλλα μακρινά μονοπάτια άλλων μακρινών παιχνιδιών που δεν θα με κάνουν να βαρεθώ ποτέ.
Ίσως βέβαια να είναι λίγο άδικο να αποκαλώ ψυχαναγκασμό τη θέλησή μου να ολοκληρώνω τα παιχνίδια που αρχίζω, διότι πραγματικά πιστεύω ότι η προσήλωση στη βίωση ενός έργου στην ολότητά του, ακόμα και όταν αυτό έχει αδύναμες στιγμές, είναι κάτι ωφέλιμο και κυρίως ψυχαγωγικό. Κι ίσως να είναι άδικο να αποκαλώ την έλλειψη ντοπαμίνης ΔΕΠΥ, γιατί πιθανώς ο οργανισμός μου να είναι καλύτερος σύμβουλος για το τι έχω πραγματικά ανάγκη εκείνη τη στιγμή απ’ ό,τι το παραφουσκωμένο με ιδέες κεφάλι μου…
Η καλύτερη λύση που έχω βρει για να κρατάω την ισορροπία μεταξύ των ενστίκτων μου είναι, πρώτον, να δίνω την άδεια στον εαυτό μου να παίζω δύο-τρία παιχνίδια παράλληλα, και δεύτερον, να θυμίζω στον εαυτό μου να στρέφεται σε δραστηριότητες εκτός του gaming. Να ξεφεύγει από τις συνήθειές του. Όχι μόνο μηχανιστικά, κάνοντας δηλαδή κάτι άλλο ή περνώντας μερικές μέρες μακριά από το gaming, αλλά συνολικά-πραγματικά, δίνοντας πνευματικά χώρο και αξία στις τόσες άλλες εκφάνσεις της ζωής. Κι ας μην κολλάνε με το ποιος είμαι. Ίσως να είναι και καλύτερα έτσι. Εξάλλου δεν είμαι κανένας. Δεν χρειάζεται να παίρνουμε τόσο σοβαρά τον εαυτό μας, η ζωή είναι μια αλληλουχία από στιγμές που δεν οφείλουν να συνθέτουν καμία ιστορία. Κι αν μπορούσαμε να απαλλαχτούμε από αυτή μας την εμμονή τότε θα βλέπαμε, ότι κάτω από τη σκιά της απουσίας νοήματος, το μόνο που μπορεί να σταθεί αυτόφωτα είναι οι άσκοπες στιγμές.
Luigi’s Mansion
Το Luigi’s Mansion δεν γέμισε με νόημα τις δύο βδομάδες που ασχολήθηκα μαζί του, ούτε ήταν κάποια κοσμοϊστορική εμπειρία. Ήταν όμως καταπραϋντικό, παρηγορητικό, μια παρένθεση που έζησα ξέχωρα από τον «κανονικό» ρυθμό της ζωής μου. Ήταν ένα παιχνίδι απαλλαγμένο από κάθε αίσθημα υποχρέωσης και κάθε προσδοκία. Δεν το είχα αγοράσει, δεν ήταν επίκαιρο, δεν ήταν must-play, δεν είναι σημαντικό κομμάτι της gaming ιστορίας έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν είχα καν σκεφτεί ποτέ ότι ήθελα να το παίξω. Βρέθηκε απλώς εκεί μπροστά μου, στο NSO, χωρίς να μου ζητάει τίποτα. Και χωρίς να ζητάω τίποτα κι εγώ, ξεκίνησα να το γνωρίσω, και για τις επόμενες 10 περίπου ώρες τα ένστικτά μου σώπασαν και ο οργανισμός μου ήταν σε απόλυτη αρμονία με την κάθε στιγμή. Αγνό παιχνίδι. Ίσως φταίει και το ότι είναι έργο του 2002 και ως εκ τούτου να κατάφερε να με φέρει σε επαφή με πιο απλά παιδικά ένστικτα. Χάρη στους ήχους που κουβαλάει, τις εικόνες του, τις συνήθειές του, την 480p ανάλυσή του, τη γοητεία του γενικότερα. Ήρθε σαν μία αυθόρμητη παράκαμψη, όπως εκείνοι οι δρόμοι στη γειτονιά σου που ποτέ πριν δεν είχες παρατηρήσει και που η εξερεύνησή τους δημιουργεί έναν θύλακα πνευματικής περιπέτειας, έκπληξη στην πλήξη της γνωστής διαδρομής. Νομίζω ότι είναι η εξάσκηση της ελευθερίας μας που γεννά αυτή την ικανοποίηση. Η προσωρινή απελευθέρωση από τις συνήθειές μας. Η αμφισβήτηση της εμποτισμένης μέσα μας νοοτροπίας που εκθειάζει την παραγωγικότητα, έχει μανία με τις ιστορίες και τους ρόλους, πνίγει τον αυθορμητισμό και τη διαφορετικότητα, και που η καλύτερη απάντηση προς αυτή είναι οι άσκοπες παρακάμψεις. Ίσως τελικά ακριβώς επειδή το Luigi’s Mansion δεν κολλούσε πουθενά... να μου άρεσε.
Freedom
Δεν είναι κάπως τραγικό; Πώς ενηλικιωνόμαστε και στον βωμό της αποτελεσματικότητας χάνουμε τη μεγαλύτερη σοφία που κατείχαμε ως παιδιά; Το να παίζουμε απλώς για να παίζουμε. Το να ζούμε τη στιγμή. Ακόμα και την περιέργειά μας. Τότε ήταν εύκολο να κοιτάμε τον κόσμο γύρω μας χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς να προτρέχουμε ή να προεξοφλούμε το οτιδήποτε, παραδομένοι σε ό,τι εξελισσόταν μπροστά μας, με όλες τις πιθανότητες ανοιχτές, δίνοντας στην κάθε στιγμή όλη μας την προσοχή, δίνοντας σε κάθε στιγμή αξία. Θυμάμαι πόσο ενθουσιαζόμουν όταν πήγαινα σχολείο και αγόραζα ένα καινούργιο μολύβι. Έγραφα και όσο έγραφα είχα όλες μου τις αισθήσεις ορθάνοιχτες, βρισκόμουν σε εγρήγορση και οι αισθητήριες κεραίες μου ήταν σταθερά στραμμένες προς τα ερεθίσματα που μου έδινε η χρήση του καινούργιου μολυβιού. Ύστερα μεγάλωσα και δεν αρκούσε πια ένα καινούργιο μολύβι για να επανεστιάσω στα ερεθίσματα της γραφής. Διότι ευλόγως είχα αντιληφθεί ότι όλα τα μολύβια έγραφαν το ίδιο. Και κάπως έτσι… ξέχασα πώς είναι να γράφεις με μολύβι.
Για μισό λεπτό, μισό λεπτό, να δω! Τι πήγε στραβά και εγώ δεν θυμάμαι πλέον πώς είναι να γράφεις με μολύβι; Έγραφα λοιπόν με ένα μολύβι. Ωραία. Και οι αισθήσεις μου ήταν ορθάνοιχτες. Και μου άρεσε... Καλά μέχρι εδώ. Κι ύστερα οι αισθήσεις μου δεν κατάφεραν να προσλάβουν κάποιο καινούργιο ερέθισμα για κάμποση ώρα, κι έτσι το κεφάλαιο «γράφω με μολύβι» έκλεισε. Ο φάκελος σφραγίστηκε και αρχειοθετήθηκε στο συρτάρι. Ωραία. Λογικό δε λέω. Όμως τι κι αν έκανα λάθος; Τι κι αν ο νους μου 25 χρόνια αργότερα μπορούσε να συμπληρώσει κάτι σε τούτη την εμπειρία; Ποιος μου λέει ότι εγώ, ο κατά 25 χρόνια σοφότερος εαυτός μου, θα αντιληφθεί το ίδιο με τότε, την υφή για παράδειγμα του μολυβιού, ή τη μυρωδιά του, ή το ίχνος που αφήνει πίσω του στο χαρτί, ή τα σχέδια που κάνει η γόμα στον αέρα όσο εγώ γράφω. Ακόμα και οι κινήσεις μου μπορεί να έχουν αλλάξει! Άραγε θα μου ήταν χρήσιμο ή άχρηστο όλο αυτό; Το να ανασύρω αυτόν τον ξεχασμένο φάκελο από το συρτάρι;
Χρήσιμο σε τι; Ίσως θα έπρεπε να ορίσω τον στόχο μου. Ωραία λοιπόν, καθαρίζω το λαιμό μου για να δώσω έμφαση και αποφασίζω τώρα. «Στόχος μου είναι η εξερεύνηση!»… χμμ… αυτό μου βγήκε αυθόρμητα. Νομίζω όμως ότι μ’ αρέσει σαν στόχος, και επιπλέον σαν να αρχίζει να μοιάζει χρήσιμο όλο αυτό. Είναι ξεκάθαρο ότι νοσταλγώ την παιδικότητά μου, έ; Ότι την θέλω πίσω. Θα έλεγε κανείς ότι δεν είμαι ευτυχισμένος, όμως δεν είναι αυτό. Είμαι. Απλώς… να… στην ενήλικη ζωή είναι όλα τόσο... άχρωμα... τόσο μηχανικά. Τι στα σκατά, δεν μπορεί, κάποιος τρόπος θα υπάρχει ώστε να ξανασπινθηρίσουν τα μάτια μου! Να απεγκλωβιστώ από τη λούπα των συνηθειών μου στις οποίες γυρνάω ξανά και ξανά και ξανά και ΞΑΝΑ, μόνο και μόνο επειδή κάπου μέσα βαθιά στο φτωχό μυαλό μου, βρίσκεται ριζωμένη η θύμηση ότι κάποτε, όταν ήμουν παιδί, ή όταν ήμουν έφηβος, δοκίμασα το ένα και το δύο και το τρία και το τέσσερα, και έμαθα τότε ότι μ’ αρέσουν το ένα και το δύο και το τρία και το τέσσερα. Και μετά τέλος! Θεμελίωσα ολάκερη την ταυτότητά μου πάνω εκεί. Το υπόλοιπο Ν αγνοείται! Είμαι τυφλός προς αυτό. Κι έτσι πολλές φορές γυρίζω πίσω στο ένα και στο δύο και στο τρία και στο τέσσερα για να απογοητευτώ συνειδητοποιώντας με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, ότι τίποτα δεν είναι όπως πρώτα. Ούτε οι ταινίες, ούτε η μουσική, ούτε οι φίλοι μου, ούτε ο κόσμος, ούτε, ούτε, ούτε. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα…
Λοιπόν, αυτό ήταν. Θα κάνω ένα πείραμα. Για λίγη ώρα κάθε ημέρα, θα ανοίγω όποιον φάκελο βρω μπροστά μου. Θα στρέφω το βλέμμα μου εκεί που δεν θα στρεφόταν υπό άλλες συνθήκες. Θα μεγιστοποιήσω την πρόσληψη ερεθισμάτων. Θα ψάχνω όπου δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάτι να βρεθεί. Θα ξεμάθω ό,τι έμαθα ή αλλιώς, θα επανεξετάσω ό,τι ξέρω, θα ξαναβιώσω τη ζωή, θα μάθω να διακρίνω τη σκοτεινή ύλη σε κάθε σπιθαμή κενού, θα αφήσω να μου φανερωθεί κάθε παράλληλη διάσταση. Θα διεκδικήσω πίσω τη σοφία που έχασα μεγαλώνοντας. Θα σταματήσω να υποθέτω ότι ξέρω.
Θα ξαναγεννηθώ !




Πώς βρήκες το ημερολόγιό μου και το ποσταρες στο Substack; :ρ
Περα από την πλάκα, ήθελα να σταθώ σε 2-3 σημεία που έχω περάσει κι εγώ από αυτά και νιώθω:
1. Νομίζω (πλέον) ότι η βαρεμάρα δεν είναι απουσία νοήματος αλλά δίνει νόημα από μόνη της. Ενδιαφέροντα πράγματα συμβαίνουν όταν παραδινομαστε σε αυτή.
2. Το να σταματάς κάτι που δεν σου αρέσει πριν το τελειώσεις, ορίζει την ταυτότητα σου παραπάνω από το να το τελειώσεις με το ζόρι. Καλά, κι εγώ ήθελα να ζω κάτι στην ολότητά του, μέχρι που μια μέρα γύρισε ένας διακόπτης και είπα "τι φάση, τι είμαι, καμία αδύναμη που δεν μπορώ να πω ότι δεν μου αρέσει κάτι;"
Νομίζω ότι το scrolling και το short form content και οι αλγόριθμοι μας έχουν κάνει αυτή τη ζημιά. Έχουμε ξεχάσει ότι ο εγκέφαλός μας έχει την ικανότητα να διαλέγει και να διαμορφώνει τον εαυτό του βάσει των γούστων του, που είναι μια πανέμορφη διαδικασία και μας στρέφει στη σωστή κατεύθυνση κάθε στιγμή. Έχουμε συνηθίσει να διαλέγει για εμάς ένας αλγόριθμος και ξεχάσαμε ότι είναι ΟΚ και το να βλέπεις κάτι διαγώνια και να αποφασίζεις αν το θες στη ζωή σου ή όχι... Όχι απλά ΟΚ, είναι και skill μη σου πω.
3. Ο Benjamin Zander, έχει πει για το leadership το εξής:
Who am I being that my players' eyes are not shining?
Το διάβασα τον Ιανουάριο του 2025 και δεν θυμάμαι πώς κατέληξα στο ότι ο μόνος λόγος που έχουμε στόχους είναι για να έχουμε αυτή τη λάμψη στα μάτια μας, για να είμαστε ηγέτες του εαυτού μας... Και ό,τι μας παίρνει τη λάμψη να το πετάμε. Αυτό για το κλείσιμό σου :)